GR
ΔΩΡΕΑΝ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ & ΑΝΤΙΚΑΤ/ΛΗ

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΙ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα αναζητώ ποιοι υπήρξαν οι «γνωστοί-άγνωστοι» γονείς μου – όπως συνήθως είναι οι γονείς. Τι διαμόρφωσε τον Εμμανουήλ και την Αικατερίνη πριν παντρευτούν, πριν τους γνωρίσω, πριν συγκρουστούμε με σφοδρότητα, πριν συμφιλιωθούμε αργότερα. Από πού άντλησαν εκείνο το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμη και ιστορικής οπτικής, που μοιραία μου κληροδότησαν. Αναζήτηση επιτρεπτή, αν όχι και απαραίτητη στην ώριμη ηλικία ενός παιδιού, ενός συγγραφέα – όπως είναι πλέον η δική μου. Παραδόξως, μόνο τώρα αφέθηκαν σε εξομολογήσεις τα κατάλοιπα των νεκρών γονέων, μόνο τώρα αποκρίθηκαν στις ερωτήσεις μου οι παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες τους. Η μνήμη μουανακάλεσε πιο εύκολα τις οικογενειακές προφορικές εξιστορήσεις, που τόσο πολύ διαφέρουν από στόμα σε στόμα, απόάντρα σε γυναίκα, από δωμάτιο σε δωμάτιο, από εποχή σε εποχή. Βρέθηκα στους τόπους, όπου σε ποικίλουςχρόνους και σε καιρούς δύσκολους είχαν ζήσει: ιστορικά χωριά της Κρήτης, προπολεμική Βιέννη και Μπορντό, Αθήνα, Ηράκλειο κι άλλους ακόμη. Τόπους-σκηνικά, αφού ανέκαθεν η οικογένεια είναι ο βαθύς εκρηκτικός πυρήνας κάθε δράματος στη ζωή, στην τέχνη. Σ’ αυτά τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια αμφισβητώ, επινοώ, κατανοώ, εικάζω, σαρκάζω, και μάλλον συγχωρώ. Στο κάτω-κάτω οι γονείς είναι ο ένας μόνο από τους πολλούς καθρέφτες της αυτογνωσίας μας, ίσως ο πιο σκληρός αλλά και τρυφερός καθρέφτης.

Απόσπασμα από το εισαγωγικό κεφάλαιο με τίτλο «Το θράσος των ονείρων»

Μα πού να το βρήκε η μαμά μου αυτό το σχεδόν λευκό μετάξι για το νυφικό της, ξανασκέφτηκα, και μάλιστα σε τόση αφθονία για να γίνουνε οι σούρες και η μακριά ουρά – μα και για ποιο λόγο να το είχε αφήσει άβαφο, αυτή η πολύ προσεκτική ιατρός μικροβιολόγος; Αυτό το ύφασμα εξακολουθούσε να είναι επικίνδυνο ακόμη και στα όνειρα, αφού δεν είχαν αδειάσει εντελώς την Κρήτη οι κατακτητές τότε που στεφανώθηκε – αν και ποτέ δεν έμαθα με ακρίβεια την ημερομηνία του γάμου της, δεν διασώθηκε καμιά φωτογραφία της με νυφικό, ούτε άλλα τεκμήρια του γάμου. Κι εκείνο πάλι το αραχνοΰφαντο ύφασμα του πέπλου, που μισόκρυβε το πρόσωπό της, και δεν ήταν φτηνό τούλι, πού να το είχε βρει κι αυτό, στριφογύριζα απορώντας.
Και ιδού που, διαισθανόμενη τη δική μου λέξη «πέπλο», η μαμά μου ανασήκωσε το πέπλο. Κι έλαμψε το πρόσωπό της όπως λάμπει, σε κάποιες σπάνιες στιγμές, η όψη γυναικών ερωτευμένων. Αυτό συνέβη όταν πλέον η μαμά μου είχε σταματήσει μπρος στο ιερό, εκεί όπου την περίμενε ο μελλοντικός της άντρας. Κι αντίκρισα μέσα από την αχλή του ανασηκωμένου πέπλου το δροσερό της πρόσωπο, πλαισιωμένο από τα σγουρά μαύρα μαλλιά της, κοντά κομμένα με τη μόδα, αφού μια γιατρίνα, πρωτοπόρος για την εποχή της, όφειλε να είναι μια γυναίκα μοντέρνα. Μοντέρνα μεν, διατηρώντας όμως στο ακέραιο το σεβασμό της προς τις μακριές, γκρίζες, και με τα χρόνια κάτασπρες πλεξούδες της δικής της μάνας, της αγαπημένης μου γιαγιάς, που έζησε μαζί μας. Προς το χαμηλωμένο βλέμμα και τη φωνή αυτής της αιωνίως μαυροφορεμένης αγράμματης, σοφής, και συμπονετικής ψυχής. Δεν θυμάμαι, λόγου χάριν, να κάπνισε ποτέ η γιατρός μητέρα μου μπροστά στην αγράμματη δική της μάνα, όχι επειδή δεν γνώριζε η γιαγιά ότι το στερνοπαίδι της κάπνιζε «τον τσιγάρο». Από σεβασμό, ισχυριζότανε η μαμά μου. Όχι μόνον από σεβασμό προς την ηλικία και τις αντιλήψεις της δικής της μάνας, αλλά και από σεβασμό προς όλους εκείνους τους νεκρούς στενούς μας συγγενείς, που οι αναμνήσεις τους έλκονταν ασταμάτητα σαν πεταλούδες γύρω από το μαύρο φως των ρούχων της γιαγιάς μου, συμπέρανα κατ’ όναρ. Παιδί τις παρακολουθούσα να πετάνε γύρω της, δεν τις φοβόμουν, πεταλούδες ήταν, κι η γιαγιά μου ένα λουλούδι στον κήπο των σκιών.

Πούδρα λευκή και μυρωμένη, τα μάγουλά της ροδοπέταλα, κόκκινο κραγιόν στα χείλια. Φιλήθηκαν. Τα μαλλιά του μελλοντικού πατέρα μου μόλις είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, και τα φρύδια του ακόμη, όπως κι ένα περίεργο παχύ χωριάτικο μουστάκι, που αργότερα δεν τον θυμάμαι να το είχε. Βαθιά μέσα στο καστανό του βλέμμα άναβε ένα φως γλυκό, ένα φως θείο, σαν αντανάκλαση απ’ αυτές τις χίλιες και μία τρέμουσες φλόγες των κεριών που είχαν πλημμυρίσει τη μεγαλοπρεπή Μητρόπολη του Ηρακλείου, τον Άγιο Μηνά. Φορούσε μαύρο επίσημο κουστούμι, λευκό πουκάμισο, γραβάτα, κι ένα άσπρο κέρινο κλαράκι λεμονιάς στόλιζε την μπουτονιέρα του αριστερού του πέτου, αφού ένας τόσο γνωστός γιατρός ποτέ δεν έπρεπε να εμφανίζεται χωρίς την εμβληματική ενδυμασία του αστού, με άλλα λόγια με ακριβό κουστούμι και γραβάτα, επιλεγμένα ανάλογα με τη στιγμή και την περίσταση του βίου, πόσο μάλλον τώρα σαν γαμπρός – γιατί όμως, ανησύχησα μέσα στον ύπνο μου, αυτό το μουστάκι συνόδευε με τέτοια αυθάδεια, με τέτοια χωριατιά, την αβρή ενύπνια εικόνα του;

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΙ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ

  • Barcode 9789600369939
  • Συγγραφέας ΓΑΛΑΝΑΚΗ, ΡΕΑ
  • Εκδότης/Κατασκευαστής Εκδόσεις Καστανιώτη
  • Ημ. Α έκδοσης 5/10/2022
  • Αρ.Σελ. 416
  • Ηλικία 18-99
  • ISBN 978-960-03-6993-9

Παράδοση 1 έως 3 εργάσιμες ημέρες, εφόσον δεν είναι εξαντλημένο από τον εκδότη/κατασκευαστή

Η διαθεσιμότητα είναι ενδεικτική και μεταβάλλεται συνεχώς

ΑΡΧΙΚΗ ΤΙΜΗ 18,00€

ΤΙΜΗ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ 16,20€

ΤΙΜΗ ESHOP 16,20€

κερδίζετε 1,80 €

-10%

Προσθήκη στο καλάθι Στη Wishlist

λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Η Ρέα Γαλανάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1947. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Αθήνα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα και δοκίμια. Ανήκει στα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων. Έχει τιμηθεί, εκτός άλλων, δύο φορές με Κρατικό Βραβείο (1999, Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, και 2005, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος). Eπίσης, έχει τιμηθεί με το Βραβείο Πεζογραφίας Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2003), με το Βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» του Δήμου Hρακλείου Kρήτης (1987) και με το Βραβείο Αναγνωστών του Eθνικού Kέντρου Bιβλίου (2006). To πιο πρόσφατο μυθιστόρημά της, Η Άκρα Ταπείνωση, απέσπασε το βραβείο Balkanika Literary Award, τη διεθνή διάκριση των βαλκανικών χωρών (2019). Το ίδιο βιβλίο, στη γαλλική του έκδοση, ήταν υποψήφιο για το Prix Méditerranée Étranger (2017). Το μυθιστόρημά της Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά είναι το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που εντάχθηκε από την Ουνέσκο στην «UNESCO Collection of Representative Works» (1994), ενώ το Ελένη ή ο Κανένας διεκδίκησε το Ευρωπαϊκό Βραβείο «Αριστείον» μπαίνοντας στην τελική τριάδα των υποψήφιων έργων (1999). Έργα της έχουν μεταφραστεί σε δεκαεπτά γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, ολλανδικά, τσεχικά, βουλγαρικά, σουηδικά, λιθουανικά, τουρκικά, αραβικά, κινεζικά, εβραϊκά, αλβανικά, καταλανικά και ουκρανικά. (Πηγή: Εκδόσεις Καστανιώτη, 2022)

θα σου αρέσουν και αυτά!

οι φίλοι της βιβλιοτοπίας τα έχουν προτιμήσει